αμμόλοφος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

αμμόλοφος < άμμος + λόφος

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αμμόλοφος αρσενικό

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]