χαίτη

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική χαίτη χαίτες
γενική χαίτης χαιτών
αιτιατική χαίτη χαίτες
κλητική χαίτη χαίτες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

χαίτη < αρχαία ελληνική χαίτη

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

χαίτη θηλυκό ( η χαίτη, της χαίτης)

  1. οι μακρύτερες απ' ό,τι στο υπόλοιπο σώμα τρίχες που φύονται στον αυχένα διάφορων ζώων
    • H χαίτη του λιονταριού.
  2. (μειωτικά) τα μακριά μαλλιά ανθρώπων

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική χαίτη χαίτα χαῖται
Γενική χαίτης χαίταιν χαιτῶν
Δοτική χαίτ χαίταιν χαίταις
Αιτιατική χαίτην χαίτα χαίτας
Κλητική χαίτη χαίτα χαῖται

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

χαίτη < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *gait- (μαλλιά)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

χαίτη θηλυκό

  1. μαλλί, μακρύ μαλλί ανθρώπου αλλά και τούφα μαλλιών
    ἔνθ᾽ Ἀχιλλεύς στὰς ἀπάνευθε πυρῆς ξανθὴν ἀπεκείρατο χαίτην : εκεί ο Αχιλέας ξεμάκραινε από την πυρά και έκοψε τα μακριά ξανθά μαλλιά του < θρηνώντας τον Πάτροκλο> (Όμηρος)
    ...χαίταν ἐλαίᾳ γλαυκᾷ στεφανωσάμενον: <αν...> θα είχε σταφανώσει τα μαλλιά του το γλαυκό της ελιάς (Βακχυλίδης)
  2. χαίτη αλόγου, λεονταριού (και λοφίο, λοφιά)
    ὅσα χαίτην ἔχει, ὥσπερ λέων
    λασιαύχενα χαίταν
  3. το τρίχωμα των σκαντζόχοιρων που όταν ενηλικιώνονται γίνεται με την κερατίνη σκληρό σαν τα αγκάθια
  4. το λοφίο της περικεφαλαίας
  5. ο μικρός θύσανος, η φούντα που σχηματίζεται στην κορυφή φυτών, όπως π.χ. του πάπυρου ή κύπειρου (στην αρχαία ελληνική βύβλος)
    φύεται δ᾽ ἐν τοῖς Αἰγυπτιακοῖς ἕλεσι καὶ ταῖς λίμναις... ἡ μὲν βύβλος ψιλὴ ῥάβδος ἐστὶν ἐπ᾽ ἄκρῳ χαίτην ἔχουσα (Στράβων)
  6. το φύλλωμα (ελληνιστική κοινή)

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

  • χαιτήεις,-εσσα, -εν και δωρικός τύπος χαιτάεις (με μακριά μαλλιά που ανεμίζουν για θεούς\ανθρώπους και με πλούσια χαίτη για ζώα)
  • χαίτωμα (λόφος και λοφίο)
  • το χαιτόω αναφέρεται από κάποιους αλλά δεν απαντά