κορωνίδα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κορωνίδα κορωνίδες
γενική κορωνίδας κορωνίδων
αιτιατική κορωνίδα κορωνίδες
κλητική κορωνίδα κορωνίδες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κορωνίδα < αρχαία ελληνική κορωνίς

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /kɔ.ɾɔ.ˈni.ða/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κορωνίδα θηλυκό

  1. το γραπτό σημείο που δηλώνει την κράση
  2. το ανώτερο σημείο, το αποκορύφωμα
  3. (αρχιτεκτονική) το ανώτερο τμήμα του θριγκού
  4. (γλωσσολογία) η άκρη της γλώσσας

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]