δυσκολεύομαι

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

δυσκολεύομαι < παθητική φωνή του ρήματος δυσκολεύω

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ði.skɔ.ˈlɛ.vɔ.mɛ/

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

δυσκολεύομαι

  1. αντιμετωπίζω δυσκολίες εξαιτίας κάποιου γεγονότος
    εδώ και καιρό δυσκολεύεται οικονομικά, για αυτό δουλεύει πολύ
  2. κάτι μου είναι δύσκολο
    οι μαθητές δυσκολεύτηκαν να μεταφράσουν το κείμενο


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]