Μετάβαση στο περιεχόμενο

constituent

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Επίθετο

[επεξεργασία]

constituent (en) (χωρίς παραθετικά, μόνο επιθετικά, επίσημο)

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
constituent constituents

constituent (en)

  1. ο πολίτης που μένει σε εκλογική περιφέρεια
    παράδειγμα  The member of parliament met with his constituents.
    Ο βουλευτής συναντήθηκε με τους πολίτες της περιφέρειάς του.
  2. το συστατικό
    παράδειγμα  Silicon and oxygen are the fundamental constituents of rocks in the earth’s crust.
    Το πυρίτιο και το οξυγόνο είναι τα βασικά συστατικά των πετρωμάτων στον φλοιό της Γης.