συστατικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική συστατικός συστατική συστατικό
γενική συστατικού συστατικής συστατικού
αιτιατική συστατικό συστατική συστατικό
κλητική συστατικέ συστατική συστατικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική συστατικοί συστατικές συστατικά
γενική συστατικών συστατικών συστατικών
αιτιατική συστατικούς συστατικές συστατικά
κλητική συστατικοί συστατικές συστατικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

συστατικός < αρχαία ελληνική συστατικός < συνίστημι < σύν + ἵστημι < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *stísteh₂- < *steh₂- (ἵστημι)

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

συστατικός συστατική, συστατικό

  1. για κάτι που αποτελεί τμήμα ενός ενιαίου συνόλου
    το διάγραμμα δείχνει τα συστατικά στοιχεία ενός υπολογιστή
  2. που αναφέρει το χαρακτήρα ή τις επαγγελματικές ή άλλες ικανότητες ενός υποψηφίου για μια θέση (εργασίας, σε πρόγραμμα μεταπτυχιακών σπουδών, κλπ)
    το πανεπιστήμιο απαιτεί τρεις συστατικές επιστολές μαζί με την αίτησή σας
  3. (ουσιαστικοποιημένο) συστατικό

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]