υποψήφιος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική υποψήφιος υποψήφια υποψήφιο
γενική υποψήφιου υποψήφιας υποψήφιου
αιτιατική υποψήφιο υποψήφια υποψήφιο
κλητική υποψήφιε υποψήφια υποψήφιο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική υποψήφιοι υποψήφιες υποψήφια
γενική υποψήφιων υποψήφιων υποψήφιων
αιτιατική υποψήφιους υποψήφιες υποψήφια
κλητική υποψήφιοι υποψήφιες υποψήφια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

υποψήφιος < μεσαιωνική ελληνική ὑπό + ψῆφος

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /i.pɔ.ˈpsi.fi.ɔs/ αρσενικό
ΔΦΑ : /i.pɔ.ˈpsi.fi.a/ θηλυκό
ΔΦΑ : /i.pɔ.ˈpsi.fi.ɔ/ ουδέτερο

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

υποψήφιος, -α, -ο

  1. που επιδιώκει ένα αξίωμα ή τίτλο, κατόπιν ψηφοφορίας
    υποψήφιος βουλευτής
  2. (κατ’ επέκταση) που αποσκοπεί ή πρόκειται να γίνει ή να κάνει κάτι
    υποψήφιος ενοικιαστής
  3. (ειδικότερα) που συμμετέχει σε κάποιο διαγωνισμό αποσκοπώντας να καταλάβει κάποια θέση
    οι υποψήφιοι φιλόλογοι

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]