υποψήφιος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική υποψήφιος υποψήφια υποψήφιο
γενική υποψήφιου υποψήφιας υποψήφιου
αιτιατική υποψήφιο υποψήφια υποψήφιο
κλητική υποψήφιε υποψήφια υποψήφιο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική υποψήφιοι υποψήφιες υποψήφια
γενική υποψήφιων υποψήφιων υποψήφιων
αιτιατική υποψήφιους υποψήφιες υποψήφια
κλητική υποψήφιοι υποψήφιες υποψήφια

Ετυμολογία [επεξεργασία]

υποψήφιος < μεσαιωνική ελληνική ὑπό + ψῆφος

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /i.poˈpsi.fi.os/ αρσενικό
ΔΦΑ : /i.poˈpsi.fi.a/ θηλυκό
ΔΦΑ : /i.poˈpsi.fi.o/ ουδέτερο

Επίθετο[επεξεργασία]

υποψήφιος, -α, -ο

  1. που επιδιώκει ένα αξίωμα ή τίτλο, κατόπιν ψηφοφορίας
    υποψήφιος βουλευτής
  2. (κατ' επέκταση) που αποσκοπεί ή πρόκειται να γίνει ή να κάνει κάτι
    υποψήφιος ενοικιαστής
  3. (ειδικότερα) που συμμετέχει σε κάποιο διαγωνισμό αποσκοπώντας να καταλάβει κάποια θέση
    οι υποψήφιοι φιλόλογοι

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]