Μετάβαση στο περιεχόμενο

ψῆφος

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: ψήφος

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ψῆφος < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *bʰes- (τρίβω)[1]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ψῆφος θηλυκό ιωνικός τύπος, (δωρικός τύπος: ψᾶφος, αιολικός τύπος: ψᾶφαξ, ψᾶφιγξ)

  1. πετραδάκι
  2. καθένα από τα πετραδάκια που χρησιμοποιούνταν για αρίθμηση και υπολογισμούς
  3. πετραδάκι που το έριχναν σε κάλπη για να ψηφίσουν

Εκφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. ψῆφοςhtm@starling σελ. 146, Τόμος 1ος - Pokorny, Julius (1959) Indogermanisches etymologisches Wörterbuch [Ινδογερμανικό (ινδοευρωπαϊκό) ετυμολογικό λεξικό] (στα γερμανικά). Βέρνη, Μόναχο: Francke Verlag. Τόμοι 13.