πρώιμος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πρώιμος < αρχαία ελληνική , από το πρωί.

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

πρώιμος αρσενικό, πρώιμη θηλυκό, πρώιμο ουδέτερο

  1. Αυτός που ανθίζει ή ωριμάζει νωρίς, πριν από τον συνηθισμένο χρόνο:
    Πρώιμος καρπός.
  2. Αυτός που παράγει, γεννά ή συντελείται πρόωρα.
    Πρώιμη επιτυχία.

προσωρινός

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]