forward

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

forward (en)

  • μπροστινός
  • προχωρημένος
  • προνοητικός, αυτός που σκέφτεται για το μέλλον
forward thinking προνοητική ή προχωρημένη σκέψη

Open book 01.svg Επίρρημα[επεξεργασία]

forward (en)

  1. προς τα εμπρός
  2. έπειτα, μελλοντικά
    From this time forward, he was a different person
    Από εκείνη τη στιγμή και έπειτα, ήταν διαφορετικός άνθρωπος

Εκφράσεις[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
forward forwards

forward (en)


Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

ενεστώτας forward
γ΄ ενικό ενεστώτα forwards
αόριστος forwarded
παθητική μετοχή forwarded
ενεργητική μετοχή forwarding

forward (en)

  • προωθώ
    Can you please forward this email to me?
    Μπορείς σε παρακαλώ να μου προωθήσεις αυτό το ηλεκτρονικό μήνυμα;