forward

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Επίθετο[επεξεργασία]

forward (en)

  • μπροστινός
  • προχωρημένος
  • προνοητικός, αυτός που σκέφτεται για το μέλλον
forward thinking / προνοητική ή προχωρημένη σκέψη

Σύνθετα[επεξεργασία]

Επίρρημα[επεξεργασία]

forward (en)

  1. προς τα εμπρός
  2. έπειτα, μελλοντικά
    From this time forward, he was a different person
    Από εκείνη τη στιγμή και έπειτα, ήταν διαφορετικός άνθρωπος

Πολυλεκτικοί όροι[επεξεργασία]

Εκφράσεις[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

      ενικός         πληθυντικός  
forward forwards

forward (en)

Ρήμα[επεξεργασία]

ενεστώτας forward
γ΄ ενικό ενεστώτα forwards
αόριστος forwarded
παθητική μετοχή forwarded
ενεργητική μετοχή forwarding

forward (en)

  • προωθώ
    Can you please forward this email to me?
    Μπορείς σε παρακαλώ να μου προωθήσεις αυτό το ηλεκτρονικό μήνυμα;