ahead

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en)[επεξεργασία]

Επίρρημα[επεξεργασία]

ahead (en)

  1. εμπρός, μπρος, μπροστά
    Look ahead of you! - Κοίτα μπροστά σου!
     συνώνυμα: in front of
  2. μπροστά, στο μέλλον
    Put it 5 minutes ahead.
    Βάλ' το 5 λεπτά μπροστά.
     συνώνυμα: forward

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Πηγές[επεξεργασία]

  • Stavropoulos, D N (2008). Stavropoulos, G N. ed. Oxford Greek-English Learner's Dictionary (Revised έκδοση). Oxford: Oxford University Press. σελ. 286. ISBN 9780194325684. , λήμμα: εμπρός