προνοητικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική προνοητικός προνοητική προνοητικό
γενική προνοητικού προνοητικής προνοητικού
αιτιατική προνοητικό προνοητική προνοητικό
κλητική προνοητικέ προνοητική προνοητικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική προνοητικοί προνοητικές προνοητικά
γενική προνοητικών προνοητικών προνοητικών
αιτιατική προνοητικούς προνοητικές προνοητικά
κλητική προνοητικοί προνοητικές προνοητικά


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

προνοητικός < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

προνοητικός, ή, -ό

  1. που έχει την τάση να φροντίζει εγκαίρως για κάτι προτού συμβεί
    οι προνοητικοί άνθρωποι παίρνουν μαζί τους ομπρέλα όταν έξω αστράφτει και βροντά

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]