component

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /kʌmˈpoʊnənt/ (ΗΠΑ)
ήχος (ΗΠΑ) 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

component (en)

  1. συστατικό
  2. το τμήμα, το συστατικό μέρος από κάτι
  3. το αυτοτελές εξάρτημα ενός συστήματος, μιάς συσκευής

Πολυλεκτικοί όροι[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

  • component στην αγγλική Βικιπαίδεια Άρθρο στην αγγλική Βικιπαίδεια