χρυσοχόος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική χρυσοχόος χρυσοχόοι
γενική χρυσοχόου χρυσοχόων
αιτιατική χρυσοχόο χρυσοχόους
κλητική χρυσοχόε χρυσοχόοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

χρυσοχόος < χρυσός

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /çɾi.sɔ.ˈxɔ.ɔs/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

χρυσοχόος αρσενικό ή θηλυκό

  1. τεχνίτης που ασχολείται με την κατασκευή αντικειμένων ή κοσμημάτων από χρυσάφι

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]