χυτός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική χυτός χυτή χυτό
γενική χυτού χυτής χυτού
αιτιατική χυτό χυτή χυτό
κλητική χυτέ χυτή χυτό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική χυτοί χυτές χυτά
γενική χυτών χυτών χυτών
αιτιατική χυτούς χυτές χυτά
κλητική χυτοί χυτές χυτά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

χυτός < αρχαία ελληνική χυτός < χέω

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

χυτός, -ή, -ό

  1. που παίρνει την μορφή του καλουπιού στο οποίο τοποθετείται
  2. που εφαρμόζει καλά στο σώμα (για ρούχο)
  3. καλλίγραμμος, ομορφοφτιαγμένος (για σώμα ανθρώπου)

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]


Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

χυτός < χέω

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

χυτός, ή, όν

  1. που είναι χυμένος
  2. που είναι σωρευμένος
    χυτή γαῖα: χώμα σωρευμένο, τάφος
  3. τηκτός, εύτηκτος
  4. ρευστός υγρός
  5. κυματιστός
  6. νομαδικός