χύτης

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική χύτης χύτες
γενική χύτη χυτών
αιτιατική χύτη χύτες
κλητική χύτη χύτες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

χύτης < ελληνιστική κοινή χύτης < χύνω < χέω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

χύτης αρσενικό (θηλυκό: χύτρια)

  • που εργάζεται σε χυτήριο χύνοντας λιωμένο μέταλλο σε καλούπια
    Στον κόσμο του Πέερ Γκυντ -αυτόν που ο σκηνοθέτης αποδείχθηκε εντελώς ανίκανος να κατανοήσει και να ζωντανέψει- οι άνθρωποι που δεν καταφέρνουν να ξεφύγουν από τον κλοιό της μετριότητας καταλήγουν μια άμορφη, λιωμένη μάζα στην κουτάλα του χύτη κουμπιών. (*)

32πχ Μεταφράσεις[]