σκορπίζω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σκορπίζω < αρχαία ελληνική σκορπίζω < σκορπίος < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *(s)ker- (κόβω)

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

σκορπίζω (παθητική φωνή: σκορπίζομαι)

Blue Glass Arrow.svg Εναλλακτικές μορφές [επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Παράγωγες λέξεις[επεξεργασία]

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σκορπίζω < σκορπίος. Στο λεξικό του Chantraine πιθανολογείται η ετυμολογική σύνδεση λόγω της χρήσης του σκορπιού στη μαγεία. Ο Ηoffmann και ο Μπαμπινιώτης αντίθετα συνδέουν το ρήμα με τη μεταφορική έννοια της λέξης σκορπίος, «μηχανή εκτόξευσης βλημάτων».

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

σκορπίζω

  1. διαχωρίζω ένα σωρό ή κάποια ομάδα στα τμήματα που την αποτελούν, σκορπίζω, διασκορπίζω, διαχέω

Nuvola apps noatun.png Παράγωγες λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]