αδιασκόρπιστος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική αδιασκόρπιστος αδιασκόρπιστη αδιασκόρπιστο
γενική αδιασκόρπιστου αδιασκόρπιστης αδιασκόρπιστου
αιτιατική αδιασκόρπιστο αδιασκόρπιστη αδιασκόρπιστο
κλητική αδιασκόρπιστε αδιασκόρπιστη αδιασκόρπιστο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αδιασκόρπιστοι αδιασκόρπιστες αδιασκόρπιστα
γενική αδιασκόρπιστων αδιασκόρπιστων αδιασκόρπιστων
αιτιατική αδιασκόρπιστους αδιασκόρπιστες αδιασκόρπιστα
κλητική αδιασκόρπιστοι αδιασκόρπιστες αδιασκόρπιστα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

αδιασκόρπιστος < α- + διασκορπίζω + -τος

Επίθετο[επεξεργασία]

αδιασκόρπιστος, -η, -ο

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]