προσελκύω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

προσελκύω < προς + ελκύω < κατά μετάπλαση του προσέλκω < πρός + ἕλκω

Open book 01.svg Ρήμα[]

προσελκύω

  1. τραβάω προς το μέρος μου, ελκύω, συγκεντρώνω κάτι συνήθως θετικό
    προσελκύει τα φώτα της δημοσιότητας
    τα κόμματα προσελκύουν περισσότερους οπαδούς με υποσχέσεις
    ο Παρθενώνας προσελκύει πολλούς τουρίστες

Nuvola filesystems services.svg Σημειώσεις[]

  • Συνηθίζεται στην καθομιλουμένη τις τελευταίες δεκαετίες και ως συνηρημένο, δηλαδή προσελκώ
    Μαζέψου! Μην προσελκείς τόσα βλέμματα

32πχ Μεταφράσεις[]