agora

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

agora (en)

  • η αγορά (των αρχαίων πόλεων)



Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

agora 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

agora (pl) θηλυκό

  1. η αρχαία αγορά



Πορτογαλικά (pt) [επεξεργασία]

Επίρρημα[επεξεργασία]

agora (pt)

  1. τώρα