Πειραιάς

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο Πειραιάς οι Πειραιάδες
      γενική του Πειραιά των Πειραιάδων
    αιτιατική τον Πειραιά τους Πειραιάδες
     κλητική Πειραιά Πειραιάδες
Συνήθως στον ενικό.
όπως «ψαράς» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Piraeus harbor 3-2004.JPG

Ετυμολογία [επεξεργασία]

Πειραιάς < αρχαία ελληνική Πειραι(εύς) + -άς

Κύριο όνομα[επεξεργασία]

Πειραιάς αρσενικό

Συνώνυμα[επεξεργασία]

παράγωγα[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]