άδειος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός
ονομαστική άδειος άδεια άδειο
γενική άδειου άδειας άδειου
αιτιατική άδειο άδεια άδειο
κλητική άδειε άδεια άδειο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική άδειοι άδειες άδεια
γενική άδειων άδειων άδειων
αιτιατική άδειους άδειες άδεια
κλητική άδειοι άδειες άδεια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

άδειος < → Η ετυμολογία λείπει.

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ˈa.ðʝɔs/ αρσενικό
ΔΦΑ : /ˈa.ðʝa/ θηλυκό
ΔΦΑ : /ˈa.ðʝɔ/ ουδέτερο

Open book 01.svg Επίθετο[]

άδειος, -α, -ο

  1. χωρίς περιεχόμενο
    το ποτήρι δεν έχει καθόλου νερό, είναι άδειο
  2. (για χώρους) χωρίς ανθρώπους
  3. (για θέση) που δεν είναι κατειλημμένος
  4. (μεταφορικά) χωρίς νόημα, χωρίς σκοπό
    η ζωή μου είναι άδεια
  5. που αδειάζει, που έχει ελεύθερο χρόνο

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[]

Εκφράσεις[]

  • ρίχνω άδεια για να πιάσω γεμάτα: προσπαθώ να εκμαιεύσω πληροφορίες, "ψαρεύω"

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]