empty

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

empty (en)

  1. άδειος, αδειανός
  2. (θεωρία συνόλων) το κενό σύνολο
    Δείτε επίσης: empty set στην αγγλόγλωσση Βικιπαίδεια

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

empty (en)

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

  • empty στην αγγλόγλωσση Βικιπαίδεια Άρθρο στη Βικιπαίδεια