γεμάτος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός
ονομαστική γεμάτος γεμάτη γεμάτο
γενική γεμάτου γεμάτης γεμάτου
αιτιατική γεμάτο γεμάτη γεμάτο
κλητική γεμάτε γεμάτη γεμάτο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική γεμάτοι γεμάτες γεμάτα
γενική γεμάτων γεμάτων γεμάτων
αιτιατική γεμάτους γεμάτες γεμάτα
κλητική γεμάτοι γεμάτες γεμάτα


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

γεμάτος < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

γεμάτος

  1. Που έχει κάτι σε μεγάλη αφθονία.
  2. που δε χωράει άλλο, πλήρης
  3. εύσωμος

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]