γεμάτος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | |||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| γένη → | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ονομαστική | ο | γεμάτος | η | γεμάτη | το | γεμάτο |
| γενική | του | γεμάτου | της | γεμάτης | του | γεμάτου |
| αιτιατική | τον | γεμάτο | τη | γεμάτη | το | γεμάτο |
| κλητική | γεμάτε | γεμάτη | γεμάτο | |||
| ↓ πτώσεις | πληθυντικός | |||||
| γένη → | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ονομαστική | οι | γεμάτοι | οι | γεμάτες | τα | γεμάτα |
| γενική | των | γεμάτων | των | γεμάτων | των | γεμάτων |
| αιτιατική | τους | γεμάτους | τις | γεμάτες | τα | γεμάτα |
| κλητική | γεμάτοι | γεμάτες | γεμάτα | |||
| Κατηγορία όπως «μεγάλος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές | ||||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- γεμάτος < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική γεμάτος / γεμᾶτος < αρχαία ελληνική γέμω[1]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ʝeˈma.tos/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : γε‐μά‐τος
Επίθετο
[επεξεργασία]γεμάτος
- που δε χωράει άλλο, πλήρης
- ※ Αναζητώντας μια ταβέρνα για το κυριακάτικο μεσημεριανό, κατευθυνθήκαμε σε ένα μικρό χωριό έξω από τον Λαγκαδά, όπου βρήκαμε μια ταβέρνα με όλα τα χαρακτηριστικά της κλασικής ψησταριάς. Πρώτη έκπληξη: ενώ η ταβέρνα ήταν γεμάτη, ουδείς κάπνιζε. Οι άνθρωποι τηρούσαν τον νόμο. (Στάθης Ν. Καλύβας, Πού είμαστε και πού πάμε; Διατρέχοντας την κρίση (2009-2016) και ατενίζοντας το μέλλον, εκδ. Μεταίχμιο, 2016)
- εύσωμος
Συνώνυμα
[επεξεργασία]Αντώνυμα
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ γεμάτος - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Επίθετο
[επεξεργασία]γεμάτος
Άλλες γραφές
[επεξεργασία]
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ γεμάτος < μεσν. γεμᾶτος - Γεώργιος Μπαμπινιώτης (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.
Πηγές
[επεξεργασία]- γεμάτος - LBG - Erich Trapp, et al. (1994–2007) Lexikon zur byzantinischen Gräzität besonders des 9.-12. Jahrhunderts [Λεξικό της Βυζαντινής Ελληνικής, ιδίως για τον 9ο-12ο αιώνα], Verlag der Österreichischen Akademie der Wissenschaften (Έκδοση της Αυστριακής Ακαδημίας Επιστημών)
- γεμάτος (μονοτονικό σύστημα) - Επιτομή του Λεξικού ⌘ Κριαρά της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας (1100-1669). Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, [μονοτονικό σύστημα].
Κατηγορίες:
- Επίθετα που κλίνονται όπως το 'μεγάλος' (νέα ελληνικά)
- Κληρονομημένες λέξεις από τα μεσαιωνικά ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα μεσαιωνικά ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Επίθετα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με επίθημα -άτος (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Μεσαιωνικά ελληνικά
- Επίθετα (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Ζητούμενα λήμματα (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)