εντροπία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : ἐντροπία

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική εντροπία εντροπίες
γενική εντροπίας εντροπιών
αιτιατική εντροπία εντροπίες
κλητική εντροπία εντροπίες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

εντροπία < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική entropy < ἐντροπία

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

εντροπία θηλυκό

  1. εσωτερική τάση ενός συστήματος να τροποποιήσει την διαμέριση των ενεργειακών καταστάσεων των σωματιδίων που το αποτελούν.

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης []

32πχ Μεταφράσεις[]