ντροπή

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ντροπή ντροπές
γενική ντροπής ντροπών
αιτιατική ντροπή ντροπές
κλητική ντροπή ντροπές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ντροπή < ντρέπομαι < ελληνιστική κοινή ἐντρέπομαι < ἐν+τρέπω

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /dɾɔ.ˈpi/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ντροπή θηλυκό

  1. το αρνητικό συναίσθημα ενοχής που νιώθει κάποιος όταν συνειδητοποιεί ότι έφταιξε σε κάτι
  2. η πράξη ή το πρόσωπο που επισύρει αυτό το αρνητικό συναίσθημα, το όνειδος
  3. ο εξευτελισμός μετά από κάποια ήττα/αποτυχία, το όνειδος
  4. η συστολή που νιώθουν κάποιοι λόγω χαρακτήρα ή σε συγκεκριμένες περιστάσεις

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • ντροπή σου!: θα έπρεπε να ντρέπεσαι γι' αυτό που έκανες η ειπες

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]