ξεδιάντροπος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ξεδιάντροπος < ξε- + αδιάντροπος

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ξεδιάντροπος -η -ο

  1. που δεν έχει καθόλου ντροπή, άσεμνος
  2. που δεν έχει καθόλου ντροπή, δεν έχει ηθικές αρχές ούτε αναστολές

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]