Μετάβαση στο περιεχόμενο

ντρέπομαι

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ντρέπομαι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ντρέπομαι, μορφή του ἐντρέπομαι < ελληνιστική κοινή ἐντρέπομαι (στρέφω τα νώτα), μέση φωνή του αρχαίου ἐντρέπω < ἐν + τρέπω

ντρέπομαι, αόρ.: ντράπηκα (αποθετικό) (ενεργητική φωνή:  δείτε το ρήμα ντροπιάζω)

  1. νιώθω ντροπή για κάτι άσχημο που έκανα
     συνώνυμα: αισχύνομαι
  2. έχω ηθικές αναστολές να κάνω κάτι, νιώθω ντροπή να κάνω κάτι
    παράδειγμα  Ντρέπομαι να τον εξαπατήσω, δεν πρόκειται να το κάνω.
      γκομενίζει με όποια σχεδόν έπεφτε στο δρόμο του (εκείνος, που ως τότε ντρεπόταν υπερβολικά τα κορίτσια) ( Χ. Α. Χωμενίδης, Το σπίτι και το κελλί, εκδ. Πατάκης, 2016)
  3. νιώθω σεβασμό για έναν άνθρωπο ή για κάτι που θεωρώ ότι έχει αξία και δεν θέλω να κάνω κάτι που θα τον/το προσβάλλει
    Ντρέπομαι τον πατέρα σου, διαφορετικά θα σου έκανα μήνυση γι' αυτό μου έκανες.

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

(Χρειάζεται επεξεργασία)

Σύνθετα

[επεξεργασία]

Εκφράσεις

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]