μαθές

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

μαθές < μεσαιωνική ελληνική μαθές / μαθέ < μαθώς[1] < μαθών < αρχαία ελληνική μαθών, μετοχή ενεργητικού αορίστου του ρήματος μανθάνω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *mn̥(s)-dʰh₁- < *men- (μιμνήσκω) + *dʰeh₁- (τίθημι)

Επίρρημα[επεξεργασία]

μαθές

  1. (ιδιωματικό) δηλαδή
  2. (ιδιωματικό) αλήθεια, άραγε
  3. (κρητικά) βέβαια, ασφαλώς
    — Πότισες τα ζα; —Ναι μαθές !
    ※  Ἐκεῖνος ποὺ ἦτον δικός του ὁ γάλος, ἦρθε μεσάνυχτα κ᾽ ἐφώναζε, ἔκανε τὸ κακό, καὶ μᾶς φοβέριζε ὅλους, κ᾽ ἡ φαμίλια σου, ἐπειδὴς τὸν εἶχε κόψει τὸ γάλο, μαθές, καὶ τὸν εἶχε βάλει στὸ τσουκάλι, βρέθηκε στὰ στενά. (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Τα Χριστούγεννα του τεμπέλη)

Άλλες μορφές[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]