μαθές

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μαθές < μάθε

Open book 01.svg Επίρρημα[επεξεργασία]

μαθές

  1. (ιδιωματικό), όπως καταλαβαίνεις, όπως αντιλαμβάνεσαι, να μάθεις, να ξέρεις (στη ναξιακή και κυκλαδική διάλεκτο)
    - πότισες τα ζα; - ναι μαθές !
    Ἐκεῖνος ποὺ ἦτον δικός του ὁ γάλος, ἦρθε μεσάνυχτα κ᾽ ἐφώναζε, ἔκανε τὸ κακό, καὶ μᾶς φοβέριζε ὅλους, κ᾽ ἡ φαμίλια σου, ἐπειδὴς τὸν εἶχε κόψει τὸ γάλο, μαθές, καὶ τὸν εἶχε βάλει στὸ τσουκάλι, βρέθηκε στὰ στενά. Κλειδώθηκε μὲς στὴν κάμερα, καὶ δὲν ἤξερε τί νὰ κάμῃ. (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Τα Χριστούγεννα του τεμπέλη)
  1. (κρητική διάλεκτος) βέβαια, ασφαλώς

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]