μαθήτρια

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μαθήτρια μαθήτριες
γενική μαθήτριας μαθητριών
αιτιατική μαθήτρια μαθήτριες
κλητική μαθήτρια μαθήτριες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

μαθήτρια < ελληνιστική κοινή μαθήτρια, θηλυκό του μαθητής

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ma.ˈθi.tɾi.a/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

μαθήτρια θηλυκό

  1. αυτή που φοιτά σε σχολείο πρωτοβάθμιας ή δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης
  2. αυτή που παρακολούθησε τη διδασκαλία ενός σημαντικού δασκάλου και συνεχίζει το έργο του

32πχ Μεταφράσεις[]