Μετάβαση στο περιεχόμενο

διδάσκω

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
διδάσκω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική διδάσκω

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ðiˈða.sko/
τυπογραφικός συλλαβισμός: διδάσκω

διδάσκω, αόρ.: δίδαξα, παθ.φωνή: διδάσκομαι, π.αόρ.: διδάχτηκα/-χθηκα, μτχ.π.π.: διδαγμένος, ενεργητικές μετοχές διδάσκων, διδασκόμενος

  1. μεταδίδω με συστηματικό τρόπο τη γνώση που έχω για ένα αντικείμενο σε κάποιον άλλον
  2. εργάζομαι ως δάσκαλος ή καθηγητής
    παράδειγμα  είνα μαθηματικός και διδάσκει στο Γυμνάσιο της γειτονιάς μας
  3. μεταφέρω στους ακροατές μου μια ηθική διδασκαλία, ένα μήνυμα
    παράδειγμα  ο Χριστός δίδασκε την αγάπη
    παράδειγμα  ο μύθος αυτός μας διδάσκει την αξία της αληθινής φιλίας
  4. (θέατρο) σκηνοθετώ (κατά την αρχαία σημασία)

Συνώνυμα

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
διδάσκω < πρωτοελληνική *didə́(s)skō, από παλαιότερο αμάρτυρο *δάω (όπου δείτε για περισσότερα), με ενεστωτικό αιτιολογικό αναδιπλασιασμό και το εναρκτικό επίθημα -σκω[1]. Παραβάλετε τα βιβρώσκω, τιτρώσκω για τον ίδιο σχηματισμό. Δεν συγγενεύουν: λατινική discō (μαθαίνω), doceō (διδάσκω).

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /di.dá.skɔː/ (5ος π.Χ. αιώνας Αττική)
τυπογραφικός συλλαβισμός: διδάσκω

διδάσκω

Παράγωγα

[επεξεργασία]

Σύνθετα

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. Πάπυρος–Λαρούς–Μπριτάννικα: Λεξικό της ελληνικής γλώσσας, αρχαίας - μεσαιωνικής - νέας, ερμηνευτικό - ετυμολογικό. Αθήνα: Πάπυρος, 19811994, έκδοση: 2013.