δασκάλα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική δασκάλα δασκάλες
γενική δασκάλας
αιτιατική δασκάλα δασκάλες
κλητική δασκάλα δασκάλες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

δασκάλα, θηλυκό του δάσκαλος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

δασκάλα θηλυκό ή δασκάλισσα

  1. αυτή που διδάσκει
  2. η εκπαιδευτικός που διδάσκει στο Δημοτικό σχολείο

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]