Μετάβαση στο περιεχόμενο

teacher

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
teacher teachers

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
teacher < teach + -er

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

teacher (en)