χιόνι
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | το | χιόνι | τα | χιόνια |
| γενική | του | χιονιού | των | χιονιών |
| αιτιατική | το | χιόνι | τα | χιόνια |
| κλητική | χιόνι | χιόνια | ||
| Οι καταλήξεις -ιού, -ια, -ιών προφέρονται με συνίζηση. | ||||
| Κατηγορία όπως «τραγούδι» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||


Ετυμολογία
[επεξεργασία]- χιόνι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική χιόνι < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή χιόνιον, υποκοριστικό για την αρχαία ελληνική χιών [1] < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *ǵʰéyōm < *ǵʰey- (χειμών, χειμώνας)
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ˈço.ni/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : χιό‐νι
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]χιόνι ουδέτερο
- (μετεωρολογία) καιρικό φαινόμενο κατά στο οποίο οι υδρατμοί της ατμόσφαιρας κρυσταλλοποιούνται από το κρύο και πέφτουν στη γη με τη μορφή νιφάδων
Χιόνια έρχονται από το βορρά τις επόμενες μέρες.- ※ Βγήκανε στον κήπο, κάθησαν στο σκιερό κιόσκι, πάνω στους αφράτους τσιλτέδες. Άναψαν τσιμπούκια. Η δούλα σέρβιρε σε μπακιρένια τάσια χοσάφι παγωμένο μέ χιόνι τοῦ Μπόζ ντάγ. Τό κουτάλιζαν κουβεντιάζοντας. (Τάσος Αθανασιάδης, Τα παιδιά της Νιόβης, μυθιστόρημα, τόμος 2, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Ι.δ. Κολλάρου, 1988)
- ※ Με τα μάτια μισόκλειστα, για να υποφέρει την αντηλιά του χιονιού. Εμείς οι βουνίσιοι την ξέρουμε την αντηλιά στα χιόνια, και δεν έχουμε μαύρα γυαλιά, για να μη μας βλάψει. Έτσι κρατάμε τα μάτια μισόκλειστα, δυο σχισμές, και μας γίνεται συνήθεια να βαστάμε διαρκώς τα μάτια μισόκλειστα. (Νίκος Κάσδαγλης, Ακοίμητο το αίμα των νεκρών, Χαρλένικ Ελλάς Εκδοτική, 1999, σελ. 21)
- (συνεκδοχικά) οι ίδιες οι νιφάδες και το στρώμα που σχηματίζουν στη γη
Το χιόνι κάλυψε τα πάντα μέσα σε μια νύχτα.
- (μεταφορικά, στην τηλεόραση) οι μικρές λευκές κουκκίδες που εμφανίζονται στην τηλεόραση λόγω κακής μετάδοσης ή λήψης του τηλεοπτικού σήματος
- → δείτε και παράσιτα
δε βλέπω τίποτα στην οθόνη! Έχει γεμίσει χιόνια.
- (μεταφορικά, σε επιθετική λειτουργία) [2] σαν το χιόνι
Εκφράσεις
[επεξεργασία]- (μετεωρολογία) γραμμή αιώνιου χιονιού / γραμμή διαρκούς χιονιού
- σαν τα χιόνια!
Παροιμίες
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία] ετυμολογικό πεδίο
χιον-
χιον-
και
- ανεμόχιονο
- αποχιονιά
- αποχιονίζω
- αποχιονιστικός
- αποχιονισμός
- αργοχιόνισμα
- αφρόχιονος
- αχιόνιστα (επίρρημα)
- αχιόνιστος
- βαρυχιονιά
- βαρυχιονισμένος
- βαρύχιονος
- βροχόχιονο
- εκχιονίζω, εκχιονίζομαι
- εκχιονισμένος
- εκχιονισμός
- εκχιονιστήρας
- εκχιονιστικός
- καταχιονισμένος
- καταχιόνιστος
- κορφοχιόνιστος
- κρυσταλλοχιονάτος
- κρυσταλλόχιονο
- νερόχιονο
- ξεχιονίζω, ξεχιονίζομαι
- ξεχιόνισμα
- ολοχιόνιστος
- περμαχιόνι
- πρωτόχιονος
- ροδοχιονάτος
- φρεσκοχιονισμένος
- φωτοχιονίζω
- φωτόχιονο
- χιονάδα
- χιονάκι
- Χιονάτη
- χιονάτος
- χιονένιος
- χιονερός
- χιονιά (θηλυκό)
- χιονιάς
- χιονίδα
- χιονίζει
- χιόνινος
- χιόνισμα
- χιονισμός
- χιονισμένος
- χιονιστά (επίρρημα)
- χιονιστής
- χιονίστρα
- χιονούρα
- χιονούσα
- χιονώδης
- χιόνωση
- ψιλοχιονίζει
- Όροι με χιον- — Άννα Αναστασιάδη-Συμεωνίδη (2003) Αντίστροφο λεξικό της νέας ελληνικής Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών. Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη ISBN:960-231-097-9 & online @greek-language.gr (συντομογραφίες, αστερίσκος για λέξεις στη λογοτεχνία)
Διαλεκτικοί τύποι
[επεξεργασία]Δείτε επίσης
[επεξεργασία]-
χιόνι στη Βικιπαίδεια

Μεταφράσεις
[επεξεργασία] το μετεωρολογικό φαινόμενο
χιόνια στην τηλεόραση
|
(μεταφορικά)
|
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ χιόνι - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- ↑ Γεώργιος Μπαμπινιώτης (2002). Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας (Βʹ έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας. (Αʹ έκδοση: 1998)
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'τραγούδι' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
- Κληρονομημένες λέξεις από τα μεσαιωνικά ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα μεσαιωνικά ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Κληρονομημένες λέξεις από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την πρωτοϊνδοευρωπαϊκή (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Μετεωρολογία (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Μεταφορικοί όροι (νέα ελληνικά)
- Κεντρικά λήμματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)