μολδαβικά
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | πληθυντικός | |||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | τα | μολδαβικά | ||
| γενική | των | μολδαβικών | ||
| αιτιατική | τα | μολδαβικά | ||
| κλητική | μολδαβικά | |||
| Κατηγορία όπως «βουνό» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- μολδαβικά < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου μολδαβικός στον πληθυντικό.
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /mol.ða.viˈka/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : μολ‐δα‐βι‐κά
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]μολδαβικά ουδέτερο, μόνο στον πληθυντικό
- (γλώσσα) λατινογενής γλώσσα ομιλουμένη στην Μολδαβία και σχεδόν ίδια με την ρουμανική, ενίοτε καλείται και «ρουμανικά της Μολδαβίας», ωστόσο ξεχωρίζεται για πολιτικούς λόγους από την εποχή του Στάλιν· γράφεται με κυριλλικό και λατινικό αλφάβητο
Σημειώσεις
[επεξεργασία]- κωδικός γλώσσας: mo
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] μολδαβικά
|
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'βουνό' στον πληθυντικό (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά στον πληθυντικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Γλώσσες (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
