κάτασπρος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ˈka.ta.spɾos/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : κά‐τα‐σπρος
Επίθετο
[επεξεργασία]κάτασπρος, -η, -ο (χωρίς παραθετικά)
- (επιτατικό επίθετο) συνώνυμο του κατάλευκος, που είναι εντελώς άσπρος χωρίς κανένα άλλο χρώμα
- ※ Το πρόσωπο της Ελένης Λαμπρινού φαινόταν ήσυχο, αλλά τα χέρια της, όπως έσφιγγαν τα μπράτσα της πολυθρόνας, είχαν γίνει κάτασπρα από το σφίξιμο. (Γιάννης Μαρής (1959) Επικίνδυνο καλοκαίρι [νουβέλα])
- ※ Είχε κιόλας καταφθάσει κόσμος κι ο Κωσταντής ήταν μες στις φούριες. Φρεσκολουσμένος, με το τσιμπούκι του, κάτασπρο πουκάμισο, ναυτικό καπέλο και κολόνια λεβάντας που ευωδίαζε. (Ιωάννα Φραγκιά, Ο ράφτης του Ποσειδώνα, εκδ. Καστανιώτη, 2011)
Συνώνυμα
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] κάτασπρος
|
Κατηγορίες:
- Επίθετα που κλίνονται όπως το 'όμορφος' (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με πρόθημα κάτ- (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Επίθετα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Επίθετα χωρίς παραθετικά (νέα ελληνικά)
- Επιτατικά επίθετα (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)