άσπρος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: ἄσπρος, Άσπρος

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

άσπρο κουνέλι
πτώση ενικός
ονομαστική άσπρος άσπρη άσπρο
γενική άσπρου άσπρης άσπρου
αιτιατική άσπρο άσπρη άσπρο
κλητική άσπρε άσπρη άσπρο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική άσπροι άσπρες άσπρα
γενική άσπρων άσπρων άσπρων
αιτιατική άσπρους άσπρες άσπρα
κλητική άσπροι άσπρες άσπρα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

άσπρος < ελληνιστική κοινή ἄσπρος < λατινική asper < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *h₂esp- (κόβω)

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈa.spɾɔs/

Επίθετο[επεξεργασία]

άσπρος, -η, -ο

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]