ασπρίζω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Ετυμολογία [επεξεργασία]

ασπρίζω < άσπρος

Ρήμα[επεξεργασία]

ασπρίζω

  1. (μεταβατικό) κάνω κάτι να γίνει άσπρο, λευκό
  2. (αμετάβατο) αποκτώ άσπρο χρώμα
  3. (αμετάβατο) τα μαλλιά μου γίνονται άσπρα
  4. (μεταβατικό) ασβεστώνω

Κλίση[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]