λευκό

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική λευκό λευκά
γενική λευκού λευκών
αιτιατική λευκό λευκά
κλητική λευκό λευκά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

λευκό < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου λευκός

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

λευκό ουδέτερο

  1. το λευκό χρώμα, το άσπρο χρώμα
  2. το λευκό ψηφοδέλτιο αυτό με το οποίο ο ψηφοφόρος δεν δηλώνει προτίμηση για κανέναν υποψήφιο ή συνδυασμό
    αποφάσισε να ρίξει λευκό στις εκλογές
  3. (στον πληθυντικό) τα λευκά αιμοσφαίρια
    μετά από μια λοίμωξη είναι συνήθως αυξημένα τα λευκά

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Open book 01.svg Κλιτή μορφή επιθέτου[επεξεργασία]

λευκό