biały

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈbʲjawɨ/
Ήχος 

Επίθετο[επεξεργασία]

biały (pl) , συγκριτικός: bielszy, υπερθετικός: najbielszy

Κλίση[επεξεργασία]

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Εκφράσεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

biały (pl) αρσενικό

  1. λευκός (/ή/ό), άσπρος (/η/ο) ως ουσιαστικό:
    • άτομο της λευκής φυλής
    • (παιχνίδια), αυτος που έχει τα λευκά πιόνια σε παιχνίδια (σκάκι, ντάμα κλπ.)
    • (παιχνίδια),(συνήθως στον πληθυντικό) τα λευκά
    • κρασί ανοιχτού χρώματος
      wypiliśmy tylko białego - ήπιαμε μόνο λευκό