rasa

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Λατινικά (la) [επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος μετοχής[επεξεργασία]

rasa

  1. θηλυκό του rasus, στην ονομαστική, την κλητική και την αφαιρετική του ενικού
  2. ουδέτερο του rasus, στην ονομαστική, την αιτιατική και την κλητική του πληθυντικού