λευκός
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | |||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| γένη → | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ονομαστική | ο | λευκός | η | λευκή | το | λευκό |
| γενική | του | λευκού | της | λευκής | του | λευκού |
| αιτιατική | τον | λευκό | τη | λευκή | το | λευκό |
| κλητική | λευκέ | λευκή | λευκό | |||
| ↓ πτώσεις | πληθυντικός | |||||
| γένη → | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ονομαστική | οι | λευκοί | οι | λευκές | τα | λευκά |
| γενική | των | λευκών | των | λευκών | των | λευκών |
| αιτιατική | τους | λευκούς | τις | λευκές | τα | λευκά |
| κλητική | λευκοί | λευκές | λευκά | |||
| Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές | ||||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- λευκός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική λευκός < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *lewk- (λευκός, λαμπρός)
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /lefˈkos/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : λευ‐κός
Επίθετο
[επεξεργασία]λευκός, -ή, -ό
- που έχει λευκό χρώμα
- ※ Ο λευκός λαιμοδέτης μόνον μετὰ φράκου φορεῖται. Ὁ μαῦρος λαιμοδέτης καταχρηστικῶς φορεῖται μετὰ φράκου. (Εστία, τόμος 6, 29/12/1878, σελ. 3)
- ≈ συνώνυμα: άσπρος
- που έχει ανοιχτόχρωμο δέρμα, που ανήκει στη λεγόμενη λευκή φυλή, σε αντίθεση με τους Αφρικανούς ή τους Ασιάτες
- (μεταφορικά) άγραφος, καθαρός, μη βεβαρυμένος
Στις εξετάσεις, παρέδωσε λευκή κόλλα.
λευκό ποινικό μητρώο
- (ουσιαστικοποιημένο) λευκοί
- η λεγόμενη λευκή φυλή
- (ιστορία στον πληθυντικό) αθλητική ομάδα του ιπποδρόμου στο Βυζάντιο → δείτε τη λέξη λευκοί
Εκφράσεις
[επεξεργασία]Συνώνυμα
[επεξεργασία]- άσπρος (στις κυριολεκτικές σημασίες)
Συγγενικά
[επεξεργασία] ετυμολογικό πεδίο
λευκ-
λευκ-
- λεύκα
- λευκάζω
- λευκαίνω
- λεύκανση
- λευκαντήριο
- λευκαντικός
- λεύκασμα
- λεύκη
- λευκότητα
- λεύκωμα & συγγενικά
Σύνθετα
[επεξεργασία]-λευκος Νεοελληνικές λέξεις με επίθημα -λευκος στο Βικιλεξικό όπως ενδεικτικά
|
όπως ενδεικτικά |
λεύκωμα, λευκωματ- |
- Όροι με λευκ — Άννα Αναστασιάδη-Συμεωνίδη (2003) Αντίστροφο λεξικό της νέας ελληνικής Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών. Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη ISBN:960-231-097-9 & online @greek-language.gr (συντομογραφίες, αστερίσκος για λέξεις στη λογοτεχνία)
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- λευκός - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- λευκός - Χριστόφορος Χαραλαμπάκης, (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)
Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)
[επεξεργασία]- (ουσιαστικοποιημένο) στον πληθυντικό αθλητική ομάδα του ιπποδρόμου στο Βυζάντιο → δείτε τη λέξη λευκοί
Πηγές
[επεξεργασία]- λευκός - Επιτομή του Λεξικού ⌘ Κριαρά της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας (1100-1669). Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, [μονοτονικό σύστημα].
- λεῦκος - LBG - Erich Trapp, et al. (1994–2007) Lexikon zur byzantinischen Gräzität besonders des 9.-12. Jahrhunderts [Λεξικό της Βυζαντινής Ελληνικής, ιδίως για τον 9ο-12ο αιώνα], Verlag der Österreichischen Akademie der Wissenschaften (Έκδοση της Αυστριακής Ακαδημίας Επιστημών)
και πολλά σύνθετα
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]| γένη → | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ↓ πτώσεις | ενικός | |||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ὁ | λευκός | ἡ | λευκή | τὸ | λευκόν |
| γενική | τοῦ | λευκοῦ | τῆς | λευκῆς | τοῦ | λευκοῦ |
| δοτική | τῷ | λευκῷ | τῇ | λευκῇ | τῷ | λευκῷ |
| αιτιατική | τὸν | λευκόν | τὴν | λευκήν | τὸ | λευκόν |
| κλητική ὦ! | λευκέ | λευκή | λευκόν | |||
| ↓ πτώσεις | πληθυντικός | |||||
| ονομαστική | οἱ | λευκοί | αἱ | λευκαί | τὰ | λευκᾰ́ |
| γενική | τῶν | λευκῶν | τῶν | λευκῶν | τῶν | λευκῶν |
| δοτική | τοῖς | λευκοῖς | ταῖς | λευκαῖς | τοῖς | λευκοῖς |
| αιτιατική | τοὺς | λευκούς | τὰς | λευκᾱ́ς | τὰ | λευκᾰ́ |
| κλητική ὦ! | λευκοί | λευκαί | λευκᾰ́ | |||
| δυϊκός | ||||||
| ονομ-αιτ-κλ | τὼ | λευκώ | τὼ | λευκᾱ́ | τὼ | λευκώ |
| γεν-δοτ | τοῖν | λευκοῖν | τοῖν | λευκαῖν | τοῖν | λευκοῖν |
| 2η&1η κλίση, Κατηγορία 'καλός' όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές | ||||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- λευκός < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *lewk- (λευκός, λαμπρός).[1] Συγγενή: λατινική lux, σανσκριτική रोचते (rocate), λυκιακή լոյս (loys), αγγλοσαξονική lēoht, αγγλική light
Επίθετο
[επεξεργασία]λευκός, -ή, -όν
Συγγενικά
[επεξεργασία] ετυμολογικό πεδίο
λευκ-
λευκ-
|
παράγωγα: |
σύνθετα -λευκος Αρχαίες ελληνικές λέξεις με επίθημα -λευκος στο Βικιλεξικό όπως ενδεικτικά λευκωματ- → δείτε τη λέξη λεύκωμα |
και πάνω από 200 Λέξεις με λευκ- @perseus.tufts.edu Greek Dictionary Headword Search, Πανεπιστήμιο Tufts
Δείτε επίσης
[επεξεργασία]- Διαφορετικής ετυμολογίας το γλεῦκος
Αναφορές
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- λευκός - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
- λευκός - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά)
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *lewk- (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Επίθετα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (καθαρεύουσα)
- Μεταφορικοί όροι (νέα ελληνικά)
- Ιστορία (νέα ελληνικά)
- Κεντρικά λήμματα (νέα ελληνικά)
- Ζητούμενα λήμματα (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Επίθετα με κλίση 'καλός' (αρχαία ελληνικά)
- Επίθετα 2ης&1ης κλίσης (αρχαία ελληνικά)
- Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις οξύτονες (αρχαία ελληνικά)
- Επίθετα οξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *lewk- (αρχαία ελληνικά)
- Αρχαία ελληνικά
- Επίθετα (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Κεντρικά λήμματα (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)