λευκοσιδηρουργός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο λευκοσιδηρουργός οι λευκοσιδηρουργοί
      γενική του λευκοσιδηρουργού των λευκοσιδηρουργών
    αιτιατική τον λευκοσιδηρουργό τους λευκοσιδηρουργούς
     κλητική λευκοσιδηρουργέ λευκοσιδηρουργοί
όπως «αγρός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

λευκοσιδηρουργός < λευκοσίδηρος + -ουργός ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική ferblantier)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

λευκοσιδηρουργός αρσενικό

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]