αϋπνία

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : ἀϋπνία

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αϋπνία αϋπνίες
γενική αϋπνίας αϋπνιών
αιτιατική αϋπνία αϋπνίες
κλητική αϋπνία αϋπνίες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αϋπνία < αρχαία ελληνική ἀϋπνία < ἀ- στερητικό + ὕπνος

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /a.i.ˈpni.a/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αϋπνία θηλυκό

  1. το να μην κοιμάται κανείς κατά τη διάρκεια της νύχτας
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: αγρύπνια, ξενύχτι
  2. η αδυναμία να κοιμηθείς, ενώ το θέλεις
    υποφέρω από αϋπνίες

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]