άσπρο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική άσπρο άσπρα
γενική άσπρου άσπρων
αιτιατική άσπρο άσπρα
κλητική άσπρο άσπρα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

άσπρο < μεσαιωνική ελληνική άσπρο(ν) (=άσπρο νόμισμα, νόμισμα μικρής αξίας) < λατινική asprum < asperum, ουδέτερο του asper (=τραχύς· nummus asper: το νόμισμα που είχε πρόσφατα κοπεί και είχε ακόμη τραχιά επιφάνεια) < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *h₂esp- (κόβω)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈa.spɾɔ/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

άσπρο ουδέτερο

  1. το λευκό χρώμα, που είναι σύνθεση όλων των χρωμάτων
    το άσπρο του χιονιού
    σου πάνε τα άσπρα
  2. το άσπρο μέρος ενός πράγματος
    το άσπρο του κοτόπουλου
    το άσπρο του ματιού
  3. (οικονομία) ασημένιο νόμισμα της Βυζαντινής περιόδου
  4. (οικονομία) νόμισμα μικρής αξίας της εποχής της Τουρκοκρατίας (τουρκικά akçe) καθώς και της Βυζαντινής περιόδου
    Καὶ τί πλερωμὴ θέλετε νὰ μὲ δώσετε; Ἄσπρα; Γρόσια; Φλωριά; Καὶ τί νάν τὰ κάμω; (Κοσμάς ο Αιτωλός, Διδαχή Πρώτη)
  5. (παρωχημένο) (μόνο πληθυντικός) χρήματα, περιουσία

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]