ασπράδι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το ασπράδι τα ασπράδια
      γενική του ασπραδιού των ασπραδιών
    αιτιατική το ασπράδι τα ασπράδια
     κλητική ασπράδι ασπράδια
Κατηγορία όπως «τραγούδι» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ασπράδι < → λείπει η ετυμολογία

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ασπράδι ουδέτερο

  1. το άσπρο μέρος του αυγού
  2. το άσπρο μέρος του ματιού
  3. το άσπρο στίγμα

Μεταφράσεις[επεξεργασία]