αυγό
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | το | αυγό | τα | αυγά |
| γενική | του | αυγού | των | αυγών |
| αιτιατική | το | αυγό | τα | αυγά |
| κλητική | αυγό | αυγά | ||
| Κατηγορία όπως «βουνό» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- αυγό < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική αὐγό(ν), γραφή παράλληλη με το ἀβγό(ν), χωρίς ετυμολογική βάση προΰπαρξης διφθόγου για τη γραφή με ⟨αυ⟩ σύμφωνα με τους περισσότερους ετυμολόγους. Δείτε αβγό.
- ※ […] περιπτώσεις όπου η κρατούσα ορθογραφία δεν στηρίζεται ιστορικά (π.χ. αυγό, τσιγγάνος)[1]
- ※ […] όπως δίδαξαν οι μεγάλοι γλωσσολόγοι Γ. Χατζιδάκις (ΜΝΕ 2, σ.322 κ.εξ.), Μ. Τριανταφυλλίδης (Άπαντα 7, σ.325 κ.εξ.), K. Foy, P. Kretschmer κ.ά […] Άρα το -β- στη λ.[έξη] προήλθε από φωνητική εξέλιξη και δεν δικαιολογείται να γραφεί με δίφθογγο -αυ-, σαν να υπήρχε εξαρχής στη λέξη. Για την ιστορία, αξίζει να σημειωθεί ότι, όταν ο Τριανταφυλλίδης πρωτόγραψε τις λ.[έξεις] αβγό και αφτί με -β- και -φ- αντιστοίχως, δέχτηκε δριμείες επιθέσεις, γιατί θεωρήθηκε ότι η ορθογράφηση των λέξεων ήταν αποτέλεσμα φωνητικής γραφής τού δημοτικισμού […][2]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /aˈvɣo/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : αυ‐γό
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]αυγό ουδέτερο
- μη ετυμολογική γραφή του αβγό με δίφθογγο -αυ- που εξακολουθεί (αρχή 21ου αιώνα) να βρίσκεται σε ευρεία χρήση
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] αυγό
|
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας.). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, Ετυμολογία, ζ. Ορθογραφικές ενδείξεις, αβγό
- ↑ Γεώργιος Μπαμπινιώτης (2002). Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας (Βʹ έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας. (Αʹ έκδοση: 1998), σ. 43, λήμμα: αβγό (σχόλια)
Πηγές
[επεξεργασία]- Λήμματα αβγό ή αυγό σε λεξικά: → δείτε
- ⌘ Γεώργιος Χατζιδάκις, ΜΝΕ 2, σ.322 @books.google
- ⌘ Μανόλης Τριανταφυλλίδης, Άπαντα 7, σ.325 pdf@ins.auth.gr
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'βουνό' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
- Κληρονομημένες λέξεις από τα μεσαιωνικά ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα μεσαιωνικά ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα από λεξικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)