nix
Εμφάνιση
Λατινικά (la)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]nix (la) θηλυκό
Κλίση
[επεξεργασία]| αριθμός | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | nix | nivēs |
| γενική | nivis | nivium |
| δοτική | nivī | nivibus |
| αιτιατική | nivem | nivēs |
| κλητική | nix | nivēs |
| αφαιρετική | nive | nivibus |
Πηγές
[επεξεργασία]- nix - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.