educate
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| ενεστώτας | educate |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | educates |
| αόριστος | educated |
| παθητική μετοχή | educated |
| ενεργητική μετοχή | educating |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ρήμα
[επεξεργασία]educate (en)
- (μεταβατικό) εκπαιδεύω, διδάσκω κάποιον για μια χρονική περίοδο σε σχολείο, πανεπιστήμιο κτλ.
He was educated in English.
- Εκπαιδεύτηκε στην Αγγλία.
All their children have been educated privately.
- Όλα τα παιδιά τους έχουν εκπαιδευτεί σε ιδιωτικά σχολεία.
- (μεταβατικό και αμετάβατο) μορφώνω, ενημερώνω, εκπαιδεύω, διδάσκω κάποιον για κάτι ή πώς να κάνει κάτι
Parents try to educate their children properly.
- Οι γονείς προσπαθούν να μορφώσουν τα παιδιά τους σωστά.
This book aims to educate its readers.
- Το βιβλίο αυτό έχει στόχο να μορφώσει τους αναγνώστες.
The campaign is intended to educate people to respect the environment.
- Η εκστρατεία αποσκοπεί στο να μορφώσει τους ανθρώπους ώστε να σέβονται το περιβάλλον.
We need to educate consumers about the problem with having too much debt.
- Χρειάζεται να μορφώσουμε τους καταναλωτές σχετικά με το πρόβλημα του υπερβολικού χρέους.
Our goal is to entertain and educate.
- Ο σκοπός μας είναι η ψυχαγωγία και η μόρφωση.
The industry wants to educate the public about the issue.
- Η βιομηχανία θέλει να ενημερώσει το κοινό για το ζήτημα.
All the employees will be educated on how to use computers.
- Όλοι οι υπάλληλοι θα εκπαιδευτούν στη χρήση ηλεκτρονικών υπολογιστών.
Children must be educated on the dangers of drugs.
- Τα παιδιά πρέπει να διδάσκονται τους κινδύνους των ναρκωτικών.