κάτοχος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κάτοχος κάτοχοι
γενική κατόχου κατόχων
αιτιατική κάτοχο κατόχους
κλητική κάτοχε κάτοχοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κάτοχος < αρχαία ελληνική κάτοχος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κάτοχος αρσενικό ή θηλυκό

  • αυτός που κατέχει (έχει δικό του) ένα αντικείμενο
  • αυτός που κατέχει (ξέρει καλά) κάτι


Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κάτοχος < κατέχω

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

κάτοχος

  1. κάτοχος